κωμικός

Μεταφράσεις

κωμικός

(komi'kos) αρσενικό

κωμική

(komi'ci) θηλυκό

κωμικό

(comi'ko) ουδέτερο
επίθετο
που προκαλεί το γέλιο κωμικό έργο

κωμικός

comiquecomic, funny, comediancómico, actor cómico, humoristaمـُمَثِّل هَزْلِيّbavič, komikkomikerKomikerkoomikkokomičarcomicoコメディアン, 喜劇俳優코미디언grappenmaker, komiekkomikerkomikcomediante, cómico, cômicoкомедиант, комикkomiker, serietidningตัวตลก, ตัวละครตลกkomedyen, komikdiễn viên hài喜剧演员, 滑稽演员喜劇演員קומיקאי
ουσιαστικό αρσενικό-θηλυκό
ηθοποιός που παίζει σε κωμωδίες
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close