κωπηλάτης

Μεταφράσεις

κωπηλάτης

(kopi'latis) αρσενικό

κωπηλάτρια

(kopi'latria) θηλυκό
ουσιαστικό
που τραβάει κουπί
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close