κωπηλατώ

Μεταφράσεις

κωπηλατώ

row, quarrelramer, se disputerيَتَعَارَكُhádat seskændesruderndiscutirsoutaasvađati selitigare喧嘩する다투다ruziënrowiosłowaćbrigar, discutirгрестиroทะเลาะวิวาทkürek çekmektranh cãi吵架 (kopila'to)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
κινώ σκάφος τραβώντας κουπί
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close