κόβω

Μεταφράσεις

κόβω

('kovo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. χωρίζω κόβω το ψωμί στα δύο
2. αλέθω κόβω κιμά
3. πληγώνω κόβω το δάχτυλό μου
4. ακρωτηριάζω Του έκοψαν το πόδι.
5. σταματάω μια συνήθεια κόβω το τσιγάρο
6. ελαττώνω ταχύτητα
7. διακόπτω Μου έκοψαν το τηλέφωνο.
8. κάνω έκπτωση Μου έκοψε 20%.
9. απορρίπτω Τον έκοψαν στις εξετάσεις.
10. εμποδίζω Μας κόβει τη θέα.

κόβω

cut, cut off, quit, chop, fell, sever, shear, pickeltondicouper, cueillirschneiden, pflückenيُقَطِّعُ, يَقْطِفُřezat, trhatplukke, skærecortar, recogerleikata, poimiabrati, sjećiraccogliere, tagliare・・・を摘む, 切る따다, 자르다plukken, snijdenplukke, skjæreuciąć, zebraćcolher, cortarрезать, срыватьplocka, skäraเก็บดอกไม้, ตัดkesmek, toplamakcắt, hái, 采摘
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. είμαι κοφτερός ένα μαχαίρι που κόβει καλά
2. είμαι πολύ έξυπνoς
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close