κόκαλο

Μεταφράσεις

κόκαλο

kostben, knogleKnochenbone, shoehornhuesoluuchausse-pied, oscsontbeincalzascarpe, ossoosbeen, bot, graatbenkośćcalçadeira, ossoкостьben, skohornkemikעצםкостالعظامกระดูก ('kokalo)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. κομμάτι σκελετού ανθρώπινο κόκαλο κόκαλο ψαριού
2. εργαλείο για να μπαίνει εύκολα το πόδι στο παπούτσι κόκαλο για να βάζω τα παπούτσια μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close