κόλπος

Μεταφράσεις

κόλπος

влагалищеBucht, Scheide, Schoß, Busenbay, atrium, gulf, vagina, bosomمهبلlahti, emätinbaie, atrium, golfe, sein, vaginנרתיקvagina, baia膣, 湾zatoka, pochwaбухта, влагалищеnožnicaslida, buktkörfezâm đạo, vịnhvagina, bahíaخَلِيجzálivbugtzaljevbaaibuktbaíaอ่าว海湾, ('kolpos)
ουσιαστικό αρσενικό
1. κοιλότητα σε ακτή o Κορινθιακός κόλπος
2. ανατομία κοιλότητα του γυναικείου σώματος που καταλήγει στη μήτρα Ο κόλπος είναι μέρος των γυναικείων οργάνων αναπαραγωγής.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close