κόπος

Μεταφράσεις

κόπος

bother, fatigue, toil ('kopos)
ουσιαστικό αρσενικό
1. προσπάθεια μαθαίνω χωρίς κόπο μπαίνω στον κόπο
2. αναστάτωση βάζω κπ σε κόπο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close