κόψιμο

Μεταφράσεις

κόψιμο

cut, cuttingجُرْحříznutíriftSchnittcorteleikkauscoupurereztaglio切断자른 부분sneekuttcięciecorteпорезskärsårบาดแผลkesmevết cắt切口 ('kopsimo)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. το να κόβω κτ το κόψιμο του γλυκού
2. πληγή από κοφτερό αντικείμενο βαθύ κόψιμο
3. οικείο η διάρροια Μ'έπιασε κόψιμο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close