λάμπα

Μεταφράσεις

λάμπα

lamplampelâmpadaمِصْبَاحٌlampalampeLampelámparalamppusvjetiljkalampadaランプ램프lamplampelampaлампаlampaตะเกียงlambađèn ('lamba)
ουσιαστικό θηλυκό
1. φως σε φωτιστικό αλλάζω λάμπα
2. φωτιστικό ανάβω τη λάμπα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close