λάστιχο

Μεταφράσεις

λάστιχο

elastic, tire, tyre, hose, rubberélastique, pneuإِطَارُ العَجَلَة, مَطَّاطelastický, pneumatikadæk, elastikAutoreifen, Gummielástico, neumáticokuminauha, rengaselastika, gumaelastico, ruotaタイヤ, 弾性ゴム고무줄, 타이어band, elastiekdekk, strikkguma, oponapneu, elásticoрезинка, шинаdäck, resårความยืดหยุ่น, ยางรถlastikchất cao su, lốp xe轮胎, 弹性织物輪胎צמיג ('lastixo)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. συνθετική ελαστική ύλη από λάστιχο
2. ελαστικός σωλήνας το λάστιχο του νερού
3. οι ρόδες οχήματος φουσκώνω τα λάστιχα
4. ελαστικό νήμα το λάστιχο κιλότας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close