λέξη

Μεταφράσεις

λέξη

думаslovoordWortwordpalabrasõnamotparolaverbumžodisvārdswoordsłowoсловоslovosözcükكَلِمَةsanariječ単語단어ordpalavraordคำtừ ('leksi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. ο ελάχιστος φορέας σημασίας η σημασία μιας λέξης
2. κουβέντα Δε θα πω λέξη.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close