λήγω

Μεταφράσεις

λήγω

expireexpirerيَنْتِهِيpozbýt platnostiudløbeablaufencaducarlakata olemasta voimassaistećiscadere期限が切れる만료되다verlopenutløpewygasnąćexpirarистекатьlöpa utหมดอายุsüresi dolmakhết hạn期满 ('liɣo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. τελειώνω Το συμβούλιο λήγει στις δέκα.
2. δεν ισχύω Το συμβόλαιο H προθεσμία λήγει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close