λαίμαργα

Μεταφράσεις

λαίμαργα

('lemarɣa)
επίρρημα
1. χωρίς να χορταίνω τρώω λαίμαργα
2. μεταφορικά με απληστία κοιτάζω κτκπ λαίμαργα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close