λαίμαργος

(προωθήθηκε από λαίμαργο)
Μεταφράσεις

λαίμαργος

('lemarɣos) αρσενικό

λαίμαργη

('lemarʝi) θηλυκό

λαίμαργο

gluttonous, greedy ('lemarɣo) ουδέτερο
επίθετο
που δεν μπορεί να αντισταθεί στο φαγητό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close