λαδώνω

Μεταφράσεις

λαδώνω

ungir, lubricarيُزِيِّتُnaolejovatsmøreölenoilöljytähuilernauljitilubrificare油を差す기름을 바르다oliënoljenaoliwićlubrificarсмазыватьsmörjaใส่น้ำมันyağlamakbôi dầu上油 (la'ðono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. αλείφω με λάδι λαδώνω ένα ταψί
2. οικείο κάνω δωροδοκία Για να περάσει χρειάστηκε να τον λαδώσει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close