λαθρεπιβάτης

(προωθήθηκε από λαθρεπιβάτισσα)
Μεταφράσεις

λαθρεπιβάτης

(laθrepi'vatis) αρσενικό

λαθρεπιβάτισσα

(laθrepi'vatissa) θηλυκό
ουσιαστικό
που ταξιδεύει χωρίς εισιτήριο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close