λασπώνω

Μεταφράσεις

λασπώνω

(la'spono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω κτ να γεμίσει λάσπη

λασπώνω


ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. Λάσπωσαν τα παπούτσια μου.
2. για τρόφιμα που βράζουν περισσότερο απ'ό,τι πρέπει Τα μακαρόνια λάσπωσαν.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close