λατρεία

Μεταφράσεις

λατρεία

adoration, reverence, veneration, worshipadoration, vénérationcultoculto (la'tria)
ουσιαστικό θηλυκό
1. η θρησκευτική πίστη η λατρεία των θεών
2. μεταφορικά μεγάλη αγάπη έχω λατρεία σε κπ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close