λειτουργία

Μεταφράσεις

λειτουργία

function, liturgy, mass, operationfunkciadomesse, culte, fonctionnement, liturgieقُدّاسُmšemesseMessemisa, operaciónmessumisamessaミサ미사mismessemszamissa, operaçãoмессаmässaพิธีมิสซาayinlễ ban thánh thể弥撒, 操作операция操作 (litur'ʝia)
ουσιαστικό θηλυκό
1. κίνηση θέτω κτ σε λειτουργία
2. ρόλος σημαντική λειτουργία
3. θρησκευτικός όρος θρησκευτική τελετή η λειτουργία της Κυριακής
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close