λειτουργικός

(προωθήθηκε από λειτουργική)
Μεταφράσεις

λειτουργικός

(liturʝi'kos) αρσενικό

λειτουργική

(liturʝi'ci) θηλυκό

λειτουργικό

functional, liturgical, operationalfonctionnel, liturgique (liturʝi'ko) ουδέτερο
επίθετο
που εξυπηρετεί λειτουργική διαρρύθμιση των χώρων
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close