λειτουργώ

Μεταφράσεις

λειτουργώ

funktionierenfunction, operate, workfonctionner, opérerwerken, beherenيَشْتَغِلُ, يُشَغِّلُfungovatdrive, virkefuncionartoimiaraditi, voditidirigere, funzionare操作する, 機能する작동하다betjene, virkedziałać, zadziałaćdirigir, funcionarдействовать, работатьdriva, fungeraทำงาน, ปฏิบัติçalışmak, işlemekhoạt động, vận hành操作, 运转 (litur'ɣo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. δουλεύω σωστά Η τηλεόραση λειτουργεί. λειτουργώ σωστά
2. εξυπηρετώ το κοινό Τα σχολεία λειτουργούν σήμερα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close