λειψός

Μεταφράσεις

λειψός

(li'psos) αρσενικό

λειψή

(li'psi) θηλυκό

λειψό

(li'pso) ουδέτερο
επίθετο
που του λείπει κτ λειψός μισθός
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close