λεξιλόγιο

Μεταφράσεις

λεξιλόγιο

vocabulary, lexiconمُفْرَداتslovní zásobaordforrådVokabularvocabulariosanavarastovocabulairerječnikvocabolario語彙어휘vocabulaireordforrådsłownictwovocabulárioсловарьordförrådคำศัพท์sözcük dağarcığıtừ vựng词汇詞彙אוצר מילים (leksi'loʝio)
ουσιαστικό ουδέτερο
το σύνολο των λέξεων μιας γλώσσας ή ενός τομέα το ελληνικό λεξιλόγιο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close