λεπταίνω

Μεταφράσεις

λεπταίνω

(le'pteno)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
αδυνατίζω ρούχα που λεπταίνουν

λεπταίνω

(le'pteno)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
αδυνατίζω
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close