λεπτός

Μεταφράσεις

λεπτός

(le'ptos) αρσενικό

λεπτή

(le'pti) θηλυκό

λεπτό

thin, delicate, slender, flimsy, subtle, tenuous, fine, slimfin, minceرَفِيع, نَحِيفštíhlý, tenkýslank, tynddünn, fine, schlankdelgado, finohoikka, ohuttanak, vitakfino, magro, sottileとても細い, ほっそりした, 薄い가느다란, 얇은, 호리호리한dun, slankfin, slankslank, tynncienki, drobny, szczupłyfino, magroстройный, тонкийfin, smal, tunnผอม บาง, ผอม บาง ละเอียด, ผอมเพรียวincemảnh dẻ, mỏng, thanh mảnh细的, 苗条的, 薄的Тънък (le'pto) ουδέτερο
επίθετο
1. χωρίς περιττό πάχος έχω λεπτή μέση
2. φίνος λεπτό άρωμα
3. ανεπαίσθητος λεπτή διαφορά
4. που απαιτεί προσοχή λεπτό ζήτημα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close