λευκός

Μεταφράσεις

λευκός

(lef'kos) αρσενικό

λευκή

(lef'ci) θηλυκό

λευκό

(lef'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. πολύ άσπρος λευκά σεντόνια
2. που έχει λευκό δέρμα λευκή γυναίκα
3. ουδέτερος λευκή σημαία λευκή ψήφος

λευκός

αρσενικό

λευκή

white, blankblancoأَبْيَضbílýhvidweißvalkoinenblancbijelibianco白いwithvitbiałybrancoбелыйvitสีขาวbeyaztrắng白的לבן θηλυκό
ουσιαστικό
που ανήκει στη λευκή φυλή οι λευκοί και οι μαύροι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close