λιγούρα

Μεταφράσεις

λιγούρα

(li'ɣura)
ουσιαστικό θηλυκό οικείο
πολύ μεγάλη πείνα Έχω κάτι λιγούρες! Μ'έπιασε μια λιγούρα!
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close