λιγώνω

Μεταφράσεις

λιγώνω

(li'ɣono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
προκαλώ αηδία Με λίγωσε το γλυκό.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close