λιμάνι

Μεταφράσεις

λιμάνι

Hafenport, harbour, harborportportoгавань, портمِينَاءpřístavhavnpuertosatamaluka좌현, 항구havenhavn, havnebyportportohamnท่าเรือlimanbến cảng, cảng海港, 港口יציאה (li'mani)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. χώρος διαμορφωμένος για την παραμονή πλοίων To πλοίο μπήκε στο λιμάνι.
2. πόλη με λιμάνι Ο Πειραιάς είναι λιμάνι.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close