λιμνάζω

Μεταφράσεις

λιμνάζω

(li'mnazo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
(για νερά) μαζεύομαι σε ένα μέρος Τα νερά λιμνάζουν.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close