λιντσάρω

Μεταφράσεις

λιντσάρω

linĉilyncher (lin'tsaro)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κακοποιώ μέχρι θανάτου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close