λιπόθυμος

(προωθήθηκε από λιπόθυμο)
Μεταφράσεις

λιπόθυμος

(li'poθimos) αρσενικό

λιπόθυμη

(li'poθimi) θηλυκό

λιπόθυμο

غَيْرُ وَاعٍv bezvědomíubevidstbewusstlosunconsciousinconscientetiedotoninconscientbez svijestiprivo di sensi意識を失った무의식의buiten bewustzijnbevisstløsnieświadomyinconscienteбессознательныйomedvetenไม่รู้สึกตัวbilinçsizbất tỉnh不省人事的 (li'poθimo) ουδέτερο
επίθετο
που έχει χάσει τις αισθήσεις του πέφτω λιπόθυμος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close