λιτός

(προωθήθηκε από λιτή)
Μεταφράσεις

λιτός

(li'tos) αρσενικό

λιτή

(li'ti) θηλυκό

λιτό

simple, spartan, abstemious, frugal, tersefrugal, sobre, rudimentairekortfattetbrysktconciso (li'to)
επίθετο
χωρίς περιττά στολίδια λιτό σπίτι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close