λιώνω

Μεταφράσεις

λιώνω

('ʎono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω κτ να λιώσει λιώνω το βούτυρο
2. διαλύω λιώνω τη ζάχαρη στο νερό
3. φθείρω λιώνω τα παπούτσια μου

λιώνω

schmelzenmelt, dissolve, wear out, grind, thawsulaa, sulattaafondre, faire fondreolvadsciogliere, sciogliersifundir, derreterيَذُوبُ, يُذِيبُrozpustit, roztátsmeltederretir, fundirserastopiti, topiti se溶かす, 溶ける녹다, (...을) 녹이다doen smelten, smeltensmelteroztapiać się, stopićплавить, таятьsmältaละลาย ทำให้หลอมละลาย, หลอมละลาย ค่อยๆ จางหายไปerimek, eritmeklàm tan chảy, tan chảy融化
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. έρχομαι σε ρευστή κατάσταση Το χιόνι λιώνει.
2. μεταφορικά αρρωσταίνω λιώνω από έρωτα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close