λοίμωξη

Μεταφράσεις

λοίμωξη

infection, infestationinfectioninfecçãoinfeccióninfekceinfektionזיהוםinfezione감염infectieInfektion感染感染症infektionинфекция感染 ('limoksi)
ουσιαστικό θηλυκό
ιατρική ο πολλαπλασιασμός μικροβίων στον οργανισμό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close