λογαριάζω

Μεταφράσεις

λογαριάζω

rechnen, meinencalculate, believe, reckonيَحْسُبُdomnívat seregne medopinarolla jotain mieltäpensermisliticalcolare判断する간주하다rekenensynesprzypuścićcalcularсчитатьräkna utคิดว่า พิจารณาว่า ถือว่าdüşünmeknghĩ là猜想 (loɣar'jazo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω υπολογισμούς, μετράω λογαριάζω τα έξοδα λογαριάζω τις μέρες
2. παίρνω υπόψη μου Δε με λογαριάζεις. λογαριάζω τη γνώμη κάποιου
3. σχεδιάζω Λογαριάζουμε να παντρευτούμε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close