λογική

Μεταφράσεις

λογική

logic, reason, sanitylogiqueロジックлогика邏輯Logikלוגיקהлогикаlogiklogikalogicaตรรกะlógicalogik逻辑lógicalogicalogika논리 (loʝi'ci)
ουσιαστικό θηλυκό
1. σωστός τρόπος σκέψης δρω σύμφωνα με τη λογική
2. νόημα, συνάφεια καταλαβαίνω τη μπαίνω στη λογική κάποιου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close