λογοκρίνω

Μεταφράσεις

λογοκρίνω

censor (loɣo'krino)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
ασκώ λογοκρισία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close