λοξά

Μεταφράσεις

λοξά

askance (lo'ksa)
επίρρημα
στραβά, πλάγια Βάζω λοξά το καπέλο μου. Με κοιτάει λοξά.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close