λουφάρω

Μεταφράσεις

λουφάρω

يَهْجُرُ

λουφάρω

ulít se z práce

λουφάρω

pjække

λουφάρω

drücken (sich)

λουφάρω

avoid work, skive

λουφάρω

faltar a clase, gandulear

λουφάρω

lintsata

λουφάρω

tirer au flanc

λουφάρω

zabušavati

λουφάρω

schivare

λουφάρω

仕事をサボる

λουφάρω

의무를 저버리다

λουφάρω

drukken (zich)

λουφάρω

splitte

λουφάρω

lenić się

λουφάρω

увиливать

λουφάρω

skolka

λουφάρω

หนีงาน

λουφάρω

kaytarmak

λουφάρω

trốn tránh trách nhiệm

λουφάρω

逃避劳动
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close