λούζω

Μεταφράσεις

λούζω

baignerкупать ('luzo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. πλένω τα μαλλιά κάποιου Λούζει το μωρό της κάθε μέρα.
2. μεταφορικά καταβρέχω Τον έλουσε με το κρασί.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close