λυγίζω

Μεταφράσεις

λυγίζω

(li'ʝizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάμπτω λυγίζω το πόδι μου

λυγίζω

bow, flex
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. κάμπτομαι Τα δέντρα λυγίζουν.
2. μεταφορικά υποχωρώ Λύγισε μπροστά στην επιμονή του.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close