λυγερός

Μεταφράσεις

λυγερός

(liʝe'ros) αρσενικό

λυγερή

(liʝe'ri) θηλυκό

λυγερό

slender (liʝe'ro) ουδέτερο
επίθετο
ευλύγιστος, ψηλός και λεπτός
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close