λυγμός

Μεταφράσεις

λυγμός

sob (liɣ'mos)
ουσιαστικό αρσενικό
δυνατό κλάμα που δε σταματάει ξεσπάω σε λυγμούς
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close