λυπηρός

(προωθήθηκε από λυπηρό)
Μεταφράσεις

λυπηρός

(lipi'ros) αρσενικό

λυπηρή

(lipi'ri) θηλυκό

λυπηρό

triste슬픈surullinenгрустный (lipi'ro) ουδέτερο
επίθετο
θλιβερός Τα νέα είναι λυπηρά.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close