λυσσάω

Μεταφράσεις

λυσσάω

(li'sao)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. προσβάλλομαι από λύσσα Προσοχή! Το σκυλί λύσσαξε.
2. μεταφορικά νιώθω τρομερή οργή Λύσσαξε όταν το έμαθε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close