λυτρώνω

Μεταφράσεις

λυτρώνω

(li'trono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
ελευθερώνω, απαλλάσσω από βάρος Ο θάνατος τον λύτρωσε από τα βάσανά του.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close