λόγος

Μεταφράσεις

λόγος

ratio, reason, speech, word, account, cause, languagecause, discours, parole, promesse, propos, rapport, engagementMythologie, Verhältnispalabra, proporciónwoord, verhoudingنِسْبَةpoměrforholdsuhdeomjerrapporto比率비율forholdstosunekproporção, razãoсоотношениеförhållandeอัตราส่วนorantỷ lệ比率, 原因סיבהпричина原因 ('loɣos)
ουσιαστικό αρσενικό
1. γλώσσα o προφορικός o γραπτός λόγος
2. κουβέντα Είπε έναν καλό λόγο. λόγια
3. ομιλία βγάζω λόγο
4. συζήτηση, αναφορά γίνεται λόγος για κτ
αναφέρομαι
κάνω αναφορά σε κπ
5. υπόσχεση δίνω το λόγο μου
6. αιτία, σκοπός Για ποιο λόγο γύρισες; λόγος ύπαρξης
7. διδασκαλία ο λόγος του Θεού
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close