λόγω

Μεταφράσεις

λόγω

بِسَبَبِkvůligrundetwegenbecause of, owing todebido avuoksien raison dezboga causa di・・・のおかげで... 때문에wegenspå grunn avz powodudevido aвследствиеpå grund avเนื่องจากsayesindenhờ có由于 ('loɣo)
σύνδεσμος
εξαιτίας κλειστό λόγω διακοπών
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close