λύπη

Μεταφράσεις

λύπη

regret, sadness, grieftristesse, chagrinhryggðtristezzatristezaآسفprzepraszamמצטער죄송합니다Съжалявамизвините ('lipi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. στενοχώρια αισθάνομαι λύπη
2. απογοήτευση με λύπη μου
3. οίκτος Η κατάστασή του προκαλεί λύπη.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close